Οι Αχαιοί μελισσοκόμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διπλό πλήγμα: το διαρκώς αυξανόμενο κόστος παραγωγής και τον αθέμιτο ανταγωνισμό από προϊόντα που πωλούνται σε τιμές τις οποίες αδυνατούν να ακολουθήσουν.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι πιέσεις από τις διεθνείς αγορές εντείνονται, ενώ η ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους γίνεται επιτακτική. Παραγωγοί και εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν ουσιαστικές παρεμβάσεις, διαφάνεια στην προέλευση και αποτελεσματική προστασία ενός προϊόντος που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής αγροτικής οικονομίας και διατροφικής παράδοσης. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά αφορά τη δημόσια εμπιστοσύνη και το μέλλον της παραγωγής.
Ευάλωτο στις απάτες
Σύμφωνα με τον ΕΦΕΤ το μέλι αποτελεί ένα προϊόν υψηλής διατροφικής και οικονομικής αξίας, με ξεχωριστή θέση στην ελληνική διατροφή και παραγωγή. Παράλληλα, συγκαταλέγεται στις κατηγορίες τροφίμων που παρουσιάζουν αυξημένη ευαλλωτότητα σε πρακτικές απάτης. Η οικονομική αξία του μελιού, οι διαφορές τιμών ανάλογα με τη βοτανική και γεωγραφική του προέλευση, αλλά και η πολυπλοκότητα της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας δημιουργούν συνθήκες που μπορεί να ευνοήσουν δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές.
Ο καταναλωτής αναρωτιέται καθημερινά, όταν έρχεται σε επαφή με τα προϊόντα στο ράφι, τι είναι πραγματικά το μέλι που αγοράζει και πώς μπορεί να αναγνωρίσει εάν είναι νοθευμένο ή όχι.
Όπως αναφέρει ο γραμματέας του Μελισσοκομικού Σύλλογου Αχαΐας «η Άνθεια» Βασίλης Αλιχός «Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε μια αθρόα εισαγωγή τεχνητών σιροπιών τα οποία παράγονται κυρίως στην Κίνα. Πρόκειται για σιρόπια που έχουν σχεδιαστεί, είναι εργοστασιακά παρασκευασμένα, ώστε να μοιάζουν με μέλι, χωρίς όμως να προέρχονται από τη μέλισσα. Είναι σάκχαρα που προέρχονται από υδρόλυση και παράγονται από ρύζι και καλαμπόκι. Στη συνέχεια τροποποιούνται εργαστηριακά, ώστε να θυμίζουν φυσικό μέλι. Και το σημαντικότερο απ’ όλα είναι ότι δεν περιέχουν γυρεόκοκκους».
Παράλληλα, όπως υποστηρίζει ο Πρόεδρος του Ιντιτούτου Καταναλωτών Γιώργος Λεχουρίτης «Το ποιοτικό μέλι έχει πολλά χαρακτηριστικά από τα οποία μπορεί κανείς να το αναγνωρίσει. Είναι ζήτημα εάν κρυσταλλώνει τον χειμώνα ή όχι, είναι θέμα ρευστότητας, αλλά και της ποικιλίας του, εάν δηλαδή είναι ελατίσιο, θυμαρίσιο ή από κουμαριά».
Σύμφωνα μάλιστα με έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, χρησιμοποιούνται πλέον μέθοδοι νοθείας που καθιστούν δυσκολότερη την ανίχνευση ξένων σακχάρων με τις συμβατικές εργαστηριακές αναλύσεις.
Γι’ αυτό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναπτύσσονται πιο προηγμένες μέθοδοι ελέγχου. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η γνησιότητα του μελιού δεν μπορεί πάντοτε να εξακριβωθεί με μία μόνο εξέταση. Χρειάζεται συνδυασμός επιστημονικών μεθόδων και αποτελεσματική ιχνηλασιμότητα. Αυτή είναι και η κατεύθυνση των σχετικών δράσεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΙ
Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει το φαινόμενο των παράνομων «ελληνοποιήσεων» στο μέλι, προκαλώντας έντονη ανησυχία στον μελισσοκομικό κόσμο και εγείροντας ερωτήματα για την πραγματική προέλευση των προϊόντων που φτάνουν στα ράφια των καταστημάτων. Η πρακτική αυτή πλήττει τους συνεπείς παραγωγούς, οι οποίοι καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα σημαντικά χαμηλότερου κόστους, την ώρα που οι δαπάνες για καύσιμα, μετακινήσεις και μελισσοκομικές τροφές αυξάνονται διαρκώς.
Οι παράνομες ελληνοποιήσεις του μελιού αναδεικνύουν τις αδυναμίες του συστήματος ελέγχου της αγοράς. Παρά την αυστηροποίηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την επισήμανση, η εξακρίβωση της πραγματικής προέλευσης, η διασταύρωση των εισαγόμενων ποσοτήτων και ο εργαστηριακός εντοπισμός της νοθείας εξακολουθούν να αποτελούν μεγάλες προκλήσεις.
Όπως αναφέρει ο Βασίλης Αλιχός « Τα κινεζικά προϊόντα ελληνοποιούνται , ή αποκτούν την ταυτότητα κάποιας άλλης ευρωπαϊκής χώρας. Σε χώρες όπου υπάρχουν μεγάλες εγκαταστάσεις αποθήκευσης και εμπορίας, αναμειγνύονται με ποσότητες ντόπιου μελιού και δημιουργούνται μείγματα. Στη συνέχεια, αυτά τα προϊόντα παρουσιάζονται ως ευρωπαϊκά μέλια και μπορούν να εξαχθούν ακόμη και στην αμερικανική αγορά. Άρα, με αυτόν τον τρόπο, συνεχίζεται η νοθεία».
Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδας Κώστας Λεονταράκης υποστηρίζει πως «χρησιμοποιούνται γλυκαντικά παράγωγα, αλλά κυρίως αξιοποιούνται πολύ φθηνά εισαγόμενα μέλια. Αυτά προέρχονται κυρίως από την Κίνα και παράγονται με διαδικασίες που δεν συνάδουν με τα πρότυπα και τις παραγωγικές πρακτικές της ευρωπαϊκής μελισσοκομίας. Είναι υπερβολικά φθηνά. Όλα αυτά τα αναμειγνύουν με ελληνικά μέλια».
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΤΙΚΕΤΑΣ
Η ετικέτα δηλώνει μια ταυτότητα . Δηλώνει ότι το προϊόν που έχουμε αγοράσει και έχουμε επάνω στο τραπέζι μας προέρχεται από κάπου και έχει μια συγκεκριμένη εμπορική ταυτότητα. «Εάν, για παράδειγμα, αγοράσω ένα μέλι συγκεκριμένης επωνυμίας, γνωρίζουμε ποιος το παράγει ή ποιος το διαθέτει στην αγορά. Μπορεί, επομένως, το κράτος να απευθυνθεί στη συγκεκριμένη επιχείρηση και να πραγματοποιήσει έλεγχο. Ωστόσο, το κράτος δεν πραγματοποιεί τους ελέγχους που θα έπρεπε. Εισάγονται από την πίσω πόρτα χιλιάδες προϊόντα, όχι μόνο μέλι αλλά και άλλα αγροτικά προϊόντα, χωρίς να υπάρχουν πάντοτε οι απαραίτητοι μηχανισμοί για να ελεγχθούν αποτελεσματικά» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Αλιχός.
ΠΟΙΑ ΜΕΤΡΑ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ
Ι ωάννης Ανδριανός – υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
Βασική προτεραιότητα είναι η προστασία της ελληνικής παραγωγής και η διασφάλιση της πραγματικής προέλευσης των μελισσοκομικών προϊόντων. Σύμφωνα με το υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Ιωάννη Ανδριανό, που μιλάει στο « Ν » «λειτουργεί το Εθνικό Ηλεκτρονικό Μελισσοκομικό Μητρώο, ενώ έχει θεσμοθετηθεί και η ψηφιακή μελισσοκομική ταυτότητα. Πρόκειται για εργαλεία που επιτρέπουν την καταγραφή των παραγωγών, των εκμεταλλεύσεων και του μελισσοκομικού κεφαλαίου.
Παράλληλα, με τον πρόσφατο νόμο 5336/2026 θεσπίστηκε το πλαίσιο για τη νέα ψηφιακή πλατφόρμα ιχνηλασιμότητας «e-honey» , η οποία θα επιτρέπει την παρακολούθηση των αποθεμάτων και των ποσοτήτων μελιού που παράγονται, εισάγονται και διακινούνται στην αγορά. Έτσι, θα δημιουργηθούν πρόσθετες δυνατότητες διασταύρωσης στοιχείων και εντοπισμού περιπτώσεων παραπλανητικής δήλωσης της προέλευσης για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των παράνομων «ελληνοποιήσεων».
Ωστόσο, η νοθεία στο μέλι δεν απειλεί μόνο την επιβίωση των Ελλήνων μελισσοκόμων, αλλά και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Οι ανεπαρκείς έλεγχοι και οι παράνομες ελληνοποιήσεις απαιτούν άμεσες παρεμβάσεις. Η προστασία της αυθεντικότητας του ελληνικού μελιού αποτελεί πλέον επιτακτική ανάγκη, πριν οι συνέπειες για την εγχώρια παραγωγή γίνουν μη αναστρέψιμες.
Πηγή: flamis.gr

