Γράφει η Άννα Κυριακοπούλου, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας.
Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν συνιστά απλώς μια τυπική ιστορική αναδρομή, ούτε εξαντλείται σε μια στείρα τελετουργική αναπόληση. Αποτελεί την κορυφαία στιγμή κατά την οποία η συλλογική συνείδηση του ελληνισμού υπερέβη τα όρια της υλικής πραγματικότητας και συγκρούστηκε με την ολοκληρωτική βαρβαρότητα. Στα παγωμένα υψίπεδα της Βορείου Ηπείρου, ο ελληνικός λαός, αντιμετωπίζοντας την αριθμητική και τεχνολογική υπεροπλία ενός πάνοπλου εισβολέα, δεν επέλεξε τη λογική της συνθηκολόγησης, αλλά την οδό της θυσίας. Το ιστορικό «ΟΧΙ» υπήρξε προϊόν μιας βαθιάς πνευματικής καλλιέργειας και μιας εσωτερικής ελευθερίας, η οποία έθετε το εθνικό καθήκον και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια υπεράνω της ίδιας της βιολογικής ύπαρξης. Η αυταπάρνηση εκείνης της γενιάς κατέδειξε διεθνώς ότι το ανάστημα των εθνών προσδιορίζεται από το υψηλό τους φρόνημα και όχι από τα γεωγραφικά ή οικονομικά τους μεγέθη.
Ωστόσο, η απόσταση των δεκαετιών που μας χωρίζει από το Έπος του ’40 επιβάλλει μια αυστηρή και απροκατάληπτη αποτίμηση της στάσης του σύγχρονου Νεοέλληνα. Η σύγκριση μεταξύ του τότε και του σήμερα αναδεικνύει μια βαθιά πνευματική και αξιακή κρίση, η οποία χαρακτηρίζει τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Σε ένα περιβάλλον κυριαρχούμενο από τον άκρατο ατομικισμό, την καταναλωτική ευμάρεια και την ιδεολογική σύγχυση, οι θεμελιώδεις αρχές που κατέστησαν δυνατή την εθνική ομοψυχία του 1940 εμφανίζονται επικίνδυνα σε πλήρη ατροφία. Η έννοια του κοινού καλού έχει υποκατασταθεί από την επιδίωξη του εφήμερου προσωπικού οφέλους, ενώ ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται από την αδιαφορία και τον κυνισμό.
Η κριτική αυτή προσέγγιση δεν αποσκοπεί στην ισοπέδωση, αλλά αποτελεί αναγκαίο όρο για την εθνική αυτογνωσία. Ο σύγχρονος ελληνισμός κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν απλό διαχειριστή μιας κληρονομιάς την οποία αδυνατεί να κατανοήσει και να υπερασπιστεί. Η απόδοση τιμής στους ήρωες του ’40 δεν μπορεί να περιορίζεται σε ετήσιους πανηγυρικούς λόγους. Όταν η μνήμη αποκόπτεται από την καθημερινή πράξη, μεταβάλλεται σε μια στείρα ωραιοποίηση του παρελθόντος, η οποία απλώς συγκαλύπτει την παρούσα αδράνεια. Οι σύγχρονες προκλήσεις —είτε αυτές αφορούν γεωπολιτικές ανακατατάξεις, είτε την πνευματική και θεσμική αποδιάρθρωση— απαιτούν την ίδια πνευματική ετοιμότητα που επέδειξε η γενιά του ’40.
Το αληθές νόημα της επετείου έγκειται στη μετατροπή του ιστορικού διδάγματος σε σύγχρονη ηθική στάση. Ο Νεοέλληνας καλείται να αποτινάξει την πνευματική νωθρότητα και να υψώσει ένα σύγχρονο, εσωτερικό «ΟΧΙ» απέναντι στην υποβάθμιση της παιδείας, την απαξίωση των θεσμών και την πολιτισμική αλλοτρίωση. Η δικαίωση της θυσίας εκείνων που έπεσαν στα βουνά της Ηπείρου δεν επιτυγχάνεται με τη λεκτική έξαρση, αλλά με την ανάληψη της προσωπικής και συλλογικής ευθύνης για τη συγκρότηση μιας πολιτείας που θα διέπεται από αξιοκρατία και δικαιοσύνη. Μόνο μέσω αυτής της συνειδητής ηθικής ανασυγκρότησης θα δυνηθεί ο σύγχρονος ελληνισμός να φανεί αντάξιος της ιστορικής του αποστολής.
Η κριτική αυτή δεν συνιστά μια ισοπεδωτική απόρριψη του σύγχρονου πολιτισμού, αλλά μια αναγκαία αποδόμηση της νεοελληνικής αυταπάτης. Ο σύγχρονος Έλληνας κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν «πνευματικό ζητιάνο», ο οποίος καταναλώνει με όρους θεάματος την ιστορία που άλλοι έγραψαν με το αίμα τους. Η ετήσια τελετουργική αναπαράσταση της μνήμης —μέσω σχολικών εορτών και παρελάσεων— στερείται συχνά εσωτερικού βιώματος.
Το Έπος του ’40 δεν ήταν μια αυθόρμητη έκρηξη ρομαντισμού, αλλά η κορύφωση ενός πολιτισμού που αναγνώριζε τη θυσία ως υπέρτατο καθήκον. Όπως το έθεσε ο Οδυσσέας Ελύτης στα Ανοιχτά Χαρτιά , αναφερόμενος στη δική του βιωματική εμπειρία στο αλβανικό μέτωπο: «Να ’χεις ή όχι γράψει ποιήματα δεν έχει τόσο σημασία, όσο να ’χεις υποφέρει, παθιαστεί, σκιρτήσει…»
Στον αντίποδα αυτής της υπαρξιακής εγρήγορσης, η σύγχρονη κοινωνία χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη πνευματική νωθρότητα. Οι απειλές του παρόντος δεν είναι απαραίτητα ορατές όπως οι μεραρχίες του Μουσολίνι· ελλοχεύουν στην απαξίωση της ανθρωπιστικής παιδείας, στην πολιτισμική αλλοτρίωση και στην παραίτηση από κάθε συλλογικό όραμα.
Η αυθεντική απόδοση τιμής στη γενιά του ’40 δεν επιτυγχάνεται με στείρους πανηγυρικούς λόγους, αλλά με τη μετατροπή του ιστορικού διδάγματος σε καθημερινή ηθική στάση. Ο σύγχρονος ελληνισμός καλείται να υψώσει ένα εσωτερικό, δομικό «ΟΧΙ» στη δική του κατάπτωση, διεκδικώντας εκ νέου την πνευματική του αυτονομία. Μόνο μέσω μιας τέτοιας συνειδητής ηθικής ανασυγκρότησης θα μπορέσουμε να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στο μεγαλείο του παρελθόντος και την πενία του παρόντος, αποδεικνύοντας ότι είμαστε οργανικοί συνεχιστές και όχι απλοί κληρονόμοι μιας ανεκτίμητης ιστορικής παρακαταθήκης.
Πηγή: patrisnews.com

