Η Αναστασία Θεοδωροπούλου, πρόεδρος του Σωματείου «ΚΡΑΥΓΗ ΑμεΑ», μιλά στην εφ. «Πατρίς» για τα περιστατικά αυτοτραυματισμών, την ανεπαρκή εξειδίκευση του προσωπικού και την ανάγκη θεσμοθέτησης εθνικού πρωτοκόλλου διαχείρισης κρίσεων
Του Άγγελου Χαράλαμπου Μ. Τσιπολίτη
Το δικαίωμα στην εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαρτάται από το κατά πόσο ένα σχολείο είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός παιδιού. Για τις οικογένειες ατόμων με σοβαρό και μη λεκτικό αυτισμό, η καθημερινότητα συχνά συνοδεύεται από αγωνία για την ασφάλεια των παιδιών τους, την αντιμετώπιση περιστατικών αυτοτραυματισμού και, κυρίως, τη δυνατότητά τους να παραμένουν στο σχολικό περιβάλλον με την υποστήριξη που δικαιούνται.
Η απουσία ενιαίων και επιστημονικά τεκμηριωμένων πρωτοκόλλων πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων, η ανεπαρκής εξειδίκευση του προσωπικού και η μετακύλιση ευθυνών στις οικογένειες αναδεικνύουν ένα σοβαρό θεσμικό κενό. Ένα ζήτημα που αφορά την εκπαιδευτική ισότητα, την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την ευθύνη της Πολιτείας απέναντι σε ανθρώπους με ιδιαίτερα υψηλές ανάγκες υποστήριξης.
Για τις ελλείψεις στην εκπαιδευτική και κοινωνική φροντίδα, τις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί και την ανάγκη θεσμοθέτησης ενός δεσμευτικού πλαισίου προστασίας, μιλά στην «Πατρίς» η Αναστασία Θεοδωροπούλου, πρόεδρος και νόμιμη εκπρόσωπος του Σωματείου «ΚΡΑΥΓΗ ΑμεΑ».
Ποιο είναι το βασικό πρόβλημα που επιχειρεί να αναδείξει το Σωματείο και ποια ανάγκη οδήγησε στην ανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας;
Το βασικό ζήτημα είναι η απουσία ενός ενιαίου, επιστημονικά τεκμηριωμένου και υποχρεωτικού πλαισίου πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων στα σχολεία και στις δομές ΑμεΑ. Αναφερόμαστε ιδιαίτερα σε άτομα με σοβαρό και μη λεκτικό αυτισμό, αλλά και σε ανθρώπους με άλλες αναπηρίες που έχουν πολύ υψηλές ανάγκες υποστήριξης.
Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Το Σωματείο δέχεται αναφορές από οικογένειες για μαθητές που απομακρύνονται πρόωρα από το σχολείο, γονείς που καλούνται να παραλάβουν τα παιδιά τους επειδή το προσωπικό αδυνατεί να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις, αλλά και περιστατικά σοβαρών αυτοτραυματισμών.
Πίσω από αυτές τις αναφορές βρίσκονται οικογένειες που καλούνται να αντιμετωπίσουν καθημερινά καταστάσεις για τις οποίες συχνά δεν υπάρχει η αναγκαία επιστημονική, εκπαιδευτική και θεσμική υποστήριξη. Η ανάγκη για οργανωμένη παρέμβαση είναι πλέον επιτακτική.
Τι ακριβώς προτείνετε ως εθνικό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων;
Έχουμε επεξεργαστεί και προωθήσει πρόταση για τη διαμόρφωση ενός εθνικού πρωτοκόλλου που θα περιλαμβάνει διαδικασίες πρόληψης, έγκαιρης αναγνώρισης, αποκλιμάκωσης και ασφαλούς αντιμετώπισης κρίσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνουμε στα περιστατικά αυτοτραυματισμού και στις σοβαρές δυσκολίες συμπεριφοράς.
Η πρότασή μας προβλέπει εξατομικευμένα σχέδια υποστήριξης, κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού, συστηματική καταγραφή των περιστατικών, σαφείς διαδικασίες λογοδοσίας και ουσιαστική συνεργασία με τις οικογένειες.
Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικές ανάγκες και κάθε περιστατικό απαιτεί κατάλληλη αντιμετώπιση. Δεν μπορεί να εφαρμόζονται αποσπασματικές πρακτικές, χωρίς κοινές επιστημονικές προδιαγραφές και χωρίς να αξιολογούνται οι συνέπειές τους.
Ποιες θεσμικές πρωτοβουλίες έχετε αναλάβει μέχρι σήμερα και ποια είναι η ανταπόκριση του Υπουργείου Παιδείας;
Έχουμε απευθυνθεί θεσμικά στο Υπουργείο Παιδείας και στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, καταθέτοντας υπομνήματα με τις προτάσεις μας. Ζητούμε την εξέτασή τους, τη δημιουργία επιστημονικού πλαισίου και την καθιέρωση εξειδικευμένης εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών.
Παράλληλα, έχουμε ζητήσει συνάντηση με το ΙΕΠ, προκειμένου να παρουσιάσουμε αναλυτικά τις θέσεις μας και να συζητήσουμε τη δυνατότητα συνεργασίας με τους αρμόδιους επιστημονικούς και εκπαιδευτικούς φορείς.
Έχουμε επίσης απευθυνθεί σε ΚΕΔΑΣΥ της Αττικής, επιδιώκοντας τη συμμετοχή τους στην προσπάθεια ανάπτυξης ενός εθνικού πλαισίου πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων. Στο πλαίσιο αυτό έχουν οργανωθεί συναντήσεις και παρουσιάσεις των προτάσεών μας.
Ένα από τα ζητήματα που θέτετε είναι η εκπαίδευση του προσωπικού. Ποιους επαγγελματίες αφορά και τι πρέπει να περιλαμβάνει;
Η εξειδικευμένη εκπαίδευση δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς. Αφορά τους συνοδούς, τους εργαζομένους σε δομές ΑμεΑ, τους αστυνομικούς και γενικότερα όλους τους επαγγελματίες που έρχονται σε επαφή με άτομα με υψηλές ανάγκες υποστήριξης.
Η εκπαίδευση πρέπει να βασίζεται στην πρόληψη, στη λειτουργική επικοινωνία, στη θετική υποστήριξη της συμπεριφοράς, στις ασφαλείς μεθόδους αποκλιμάκωσης και στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να κατανοήσουμε ότι μια συμπεριφορά μπορεί να αποτελεί τρόπο έκφρασης μιας ανάγκης, μιας δυσφορίας ή μιας αδυναμίας επικοινωνίας. Η αντιμετώπισή της απαιτεί γνώση, κατάλληλους χειρισμούς και εξατομικευμένη προσέγγιση. Δεν μπορεί να βασίζεται σε αυτοσχεδιασμούς ή πρακτικές που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο το ίδιο το άτομο.
Στα υπομνήματά σας περιλαμβάνονται και ζητήματα που αφορούν την Εφαρμοσμένη Ανάλυση Συμπεριφοράς (ABA). Τι ακριβώς διεκδικείτε στον συγκεκριμένο τομέα;
Έχουμε προωθήσει κοινοβουλευτικά υπομνήματα σχετικά με την ανάγκη θέσπισης επιστημονικών προδιαγραφών, επαγγελματικών προσόντων, πιστοποίησης, εποπτείας και αξιολόγησης της ποιότητας των συμπεριφορικών παρεμβάσεων.
Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να υπάρχουν σαφείς κανόνες και εγγυήσεις για την ποιότητα και την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών. Οι παρεμβάσεις πρέπει να υπηρετούν τις πραγματικές ανάγκες του ατόμου και να αξιολογούνται με επιστημονικά κριτήρια.
Θέλουμε να είμαστε απολύτως σαφείς σε κάτι: δεν ζητούμε την καταστολή των χαρακτηριστικών της αναπηρίας. Ζητούμε κατάλληλη υποστήριξη, ασφαλή αντιμετώπιση των αυτοτραυματισμών, ανάπτυξη λειτουργικής επικοινωνίας και, πάνω απ’ όλα, προστασία της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου.
Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να φτάσει στην Πολιτεία;
Το αίτημά μας είναι σαφές: ζητούμε ένα ενιαίο, υποχρεωτικό και ελεγχόμενο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, με συγκεκριμένες διαδικασίες, κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό, εξατομικευμένα σχέδια υποστήριξης και μηχανισμούς προστασίας από κακομεταχείριση ή ακατάλληλους χειρισμούς.
Δεν είναι δυνατόν ένα παιδί να χάνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση επειδή παρουσιάζει συμπεριφορές που το σχολείο δεν έχει εκπαιδευτεί να υποστηρίζει. Δεν είναι δυνατόν η ευθύνη να μεταφέρεται διαρκώς στους γονείς. Και δεν είναι αποδεκτό η απουσία οργανωμένων πρωτοκόλλων να αφήνει εκτεθειμένους τόσο τους μαθητές όσο και τους εργαζομένους.
*Απόφοιτου Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων [email protected]
Πηγή: patrisnews.com

